Σύντομο Ταξίδι

 

Σ ύ ν τ ο μ ο  Τ α ξ ί δ ι 

 

Ρωτώ. Γιατί η πόλη μοιάζει άδεια όταν χάνεται η ελπίδα να σε δω.
Ζω. Εδώ; Μέρες σαν κι αυτή θέλω να βάλω πλώρη για τις όχθες εκείνου του ποταμού που αν βρεθείς ποτέ στο πέρας του και βουτήξεις τα πόδια σου στα νερά του νιώθεις στα έγκατα του σώματός σου το μονόδρομο της ύπαρξης.
Κι όταν πλέον φτάσουνε τα σκλαβωμένα αγγίγματα του φόβου και πετάξουν επάνω μου σαν τρομαγμένα περιστέρια οραματίζομαι ένα κουπί να σχίζει ουρανούς αντί για κύματα και το κορμί μου να υψώνεται σε χρόνους του μέλλοντος.
Δέχτηκα το κάλεσμα του αποσπερίτη, της εγγονής το βάφτισμα που κράτησε αιώνια και στο δεξί της χέρι γράπωσε με δύναμη το θάνατο.
Με το ύψωμα έβγαινε η κραυγή της ραγισμένης ψυχής που αντάλλαξε τα πόδια της με μιας στιγμής κατάρα κι ήλπιζε μέσα της κρυφά να γίνει αιώνια ευλογία.
Δεν φανταζόμουνα ποτέ πως τ’ ανοιγμένο τοπίο των θλιμμένων οριζόντων που διέσχιζα, με γερμένο το κεφάλι και περίσσεια σιγουριάς, ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτηματικά που είχε θέσει ποτέ σαρκαστικά κι απροσδιόριστα μια από εκείνες τις αδελφές ψυχές μου που ήξερε να διηγείται βάρβαρα παραμύθια κάτω από σκιές θεόρατων βράχων και κεντημένων ουρανών.
Η μυρωδιά του γιασεμιού που μάζεψα απ’ τα άνθη που πατούσες ένα βρεγμένο καλοκαίρι ξεθωριάζει με το ανέβασμα και με πληγώνει η ιδέα πως τη συνήθισα να αργοσβήνει.
Ψηλά, χαμένος σ’ ένα ξύλινο θεόρατο μπαλκόνι, ατενίζεις την ανάβαση που ενώνει το φως με το σκοτάδι χωρίς να μιλάς, δέσμια κρατάς τα κύματα της λαχταράς του αγριεμένου αέρα που χώριζαν στα δυο τα χέρια μου και πίσω απ’ τη σκιά τους που συνθέτει σονάτες ναυαγισμένων ονείρων ουρλιάζουν οι φωνές χιλιάδων γυναικών, ταγμένα σώματα σε ένα τίποτα ανεμίζουν στα ουράνια και σκόρπια στη γη φυτεμένες οι ψυχές τους σε μαύρο χώμα.
Πάρε με φύση και ύψωσε με, πάρε με αγέρα και φώτισε με. Μακριά. Μακριά από εκείνες. Τη χαμένη πορεία αυτού του κόσμου θα μάθω να ψάχνω και θα βρω. Εγώ δεν χάθηκα ακόμα έτσι δεν είναι;

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*