Αμέριμνος Θνητός

 

Α μ έ ρ ι μ ν ο ς   Θ ν η τ ό ς

 

Αυτό που λέμε μέρα δεν είναι μέρα και εγώ το έμαθα καλά και το ξεχώρισα από της τύχης μου το ξάφνιασμα. Σαν έσκυψα μικρός και μοναδικός, κοιτώντας τη μορφή μου στα νερά σου αντίκρισα στα μάτια μου το βλέμμα μιας οχιάς κι αντί για μέλι στα χείλη γεύτηκα το μέταλλο που έσταξε το αίμα σου. Πίσω μου ο Ζέφυρος αρπάζοντας με μίσος το τελευταίο χαμόγελο από το κρύο πρόσωπο μου, εξαφάνισε διαπαντός την αντανάκλαση.

Κάθε γράμμα που έγραψα ποτέ ποτίστηκε με την ελπίδα της επιστροφής στη λίμνη σου. Κάθε στίχος που τραγούδησα με πόνο τύλιξε τα δέντρα γύρω της κι έπνιξε τους θάμνους και τα άνθη στη συμφορά του χαμού μιας ζωής γήινης. Πλάι σου ένιωθα θεός μα σαν θεός δεν πρόφτασα να δω το μέλλον και του θανάτου μου την πρόβλεψη να κάνω. Τι του ‘φταιξα και κάτοικο του ονείρου με έπλασε απ’ την αρχή να ζω αφού είχα μάθει πια· της απελπισίας τα μαλλιά, τα μακριά τα ολόμαυρα κι έπλεκα κάθε βράδυ για να κοιμίζω πλάι της τη θύμησή σου.

Ποτέ δε βρήκα συντροφιά εδώ κι ας έλεγα πως έψαξα πολύ βαθιά σ’ όλες τις λεπτές γραμμές που σχηματίζουν τις ρυτίδες της παλάμης σου κι ας λέρωσαν τα γόνατά μου μ’ εκείνο το νερό που γλίστρησε τις μοίρες μας στο ίδιο περιβόλι, της ανάγκης μου το αγαπημένο ψέμα. Σήμερα μέτρησα τριάντα δυο, αύριο πενήντα εφτά θα βγουν κι αναρωτιέμαι σε πόσα μέτρα θα χωρέσει η ψυχή τούτη να διασκορπιστεί και να γενεί καπνός, αυτός που πιάνεται και τον κλειδώνεις σε κρύα δωμάτια και τον καρφώνεις σε ξύλινα σπίτια μέσα και τον χώνεις στη γη και θυμάσαι να τον ξεχνάς κάθε τόσο κάθε που βρίσκεσαι σ’ ένα αδιέξοδο μπροστά και φοβάσαι ποιο δρόμο εσύ να πάρεις, κάθε που ανασταίνεσαι από μικρούς θανάτους αυτούς της ρημαγμένης μέρας και κάθε που σκοτώνεις κάποιον ή κάτι κι έπειτα ψάχνεις να βρεις το αίμα απ’ την πληγή μα δεν υπάρχει τίποτε, δεν υπήρξε ποτέ· μονάχα λίγος καπνός από εκείνον που φύλαξες άθελά σου.

Αυτό που λέμε νύχτα δεν είναι νύχτα και εγώ το έμαθα καλά και το ξεχώρισα απ’ των κορφών της λύπης μας το άγριο ξημέρωμα. Στο ομιχλώδες τοπίο των πιο κρυφών μου επιθυμιών εμφανίστηκε ξανά εκείνη η τελευταία αντανάκλαση καθώς ξερίζωνα το δέντρο που άνθιζε την ώρα του φευγιού μου. Εκείνου του φευγιού του απότομου κι οριστικού που δάκρυσε τα ματιά σου όπως εκείνες οι ιστορίες που σου ‘μαθαν τα κύματα και τα ηφαίστεια, οι αέρηδες κι η άμμος που γέμιζε τα στόματά μας. Στον τόπο τούτο μονάχα τα υγρά σου μάτια μου απόμειναν να βάζουν χρώμα στο σκοτεινό τοπίο κι ότι μετέτρεψε ο έρωτάς μας σε αιώνιο της πίστης αγαθό μοιάζει θαμπό παλιό κακοφτιαγμένο.

Χάραξα νέους δρόμους μύρισα νέες μυρωδιές κι ακούω της νύχτας τα αγρίμια να ψιθυρίζουνε τα ονόματά μας, όχι τα αληθινά, πως θα μπορούσα να μαρτυρήσω της ψυχής μου τον ορισμό και την κατάληξη αφού το πρωινό θαύμα δεν φτάνει να μ’ αγγίξει με τις μονάκριβες ακτίνες του στης γης τον πάτο, ψεύδομαι και εγώ μπροστά τους για να φυλάω κάτι δικό μου, ανέγγιχτο κι αγνό να ακουμπάω τα μαραμένα μου τα δάκτυλα και να φαντάζομαι ένα κολλώδες στριφογύρισμα ανάμεσα σε πέντε άμορφους καθρέπτες και πίσω τους σε μια σχισμή κρύβεις  πιστός το φουρτουνιασμένο σου βλέμμα.

Πέρναγαν χρόνια σαν να περνάνε ώρες και εγώ το βήμα εκείνο πολύ να ξέρεις το φοβήθηκα και ξόρκισα μακριά μου το μερτικό που μου ΄μελλε απ’ το διάφανο του Άδη μοίρασμα. Μα ήρθε μια μέρα που η σιωπή έσκασε πάνω μας, σαν κεραυνός μας έκαψε, σαν πυροτέχνημα μας γύρισε με δύναμη τον ήχο προς τα μέσα, σε μας, όλα τ’ ανώνυμα πλάσματα του κόσμου της απώλειας και βαφτιστήκαμε ξανά μαζί της και τώρα πια η συνθήκη ξεπερνάει τη θέληση και ότι πολέμησα σκληρά για χάρη σου να σώσω κύλησε σαν σταγόνα κι έγινε μονομιάς ρυάκι κι από ρυάκι ποταμός κι ύστερα χίμαιρα και από χίμαιρα μια μαύρη θάλασσα και χύθηκε μεμιάς από τις τρύπες που ‘σκισε πάνω μου ο Ζέφυρος όταν με πήρε από κοντά σου.

Αυτό που λέμε αγάπη δεν είναι αγάπη και εγώ το έμαθα καλά και το ξεχώρισα απ’ των υπόγειων φωνών το τυφλωμένο σκόρπισμα. Σαν έστρεψα ψηλά και μακριά το φως που πονεμένα μάζεψα απ’ της αδάμαστης ψυχής μου τις θλιβερές και βρόμικες γωνίες, με κόπο το εναπόθεσα στην είσοδο του κόσμου σίγουρος για το πέρασμα που άναψε εμπρός μου. Είναι τα άστρα που λάμπουν ξανά ή οι ευχές μου καρφώθηκαν στων χαμένων σωμάτων τις σκληρές λαβές και τρέφουν την λαχτάρα μου για το θλιμμένο αύριο; Τώρα που βρεθήκαμε να μη ξανά χαθούμε μου πες. Η ελευθερία είναι η απάντηση.

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*