Είμαστε Ένας

 

Ε ί μ α σ τ ε  Έ ν α ς

 

Η μεγαλύτερη μάχη δόθηκε κόντρα σ’ ένα υγρό μαξιλάρι.

Τα μάτια των παιδιών στους δρόμους που περπάτησα με κοίταζαν να πολεμώ κρατώντας με της άγνοιας το πάθος στο δεξί μου χέρι σύννεφα χαλάζι και στο αριστερό την τύχη τους. Ήταν σκληρά όπως κι αν τα ακουμπούσες, δεν χαριζόντουσαν και δεν ξοδεύαν ευκαιρίες.

Στο σταθμό των τρένων με περιμένανε με βουρκωμένα μάτια κι όσο κι αν ήθελα να μείνω ένα ταξίδι έμελε να φέρει εμπρός μου ωμά κι απρόσμενα τη διαπίστωση της καθολικής μοναξιάς του είναι μας.

Ασήμαντη η παρουσία μου και άπιστος και απερίσκεπτος, μ’ απ’ το στήθος μου έβγαιν’ η ζέστη της ελπίδας ακόμα κι αν γνώριζα το μυστικό τους ακόμα κι αν από πάνω μου με βία είχαν ρουφήξει όλα τα χρώματα της περασμένης ουράνιας προέλευσης.

Η δοξασμένη επιστροφή που φαντασιώθηκα μου μάγευε το βήμα καθώς το πληγωμένο βλέμμα τους ρίζωνε μέσα στα βάθη του μυαλού και της ψυχής μου αφήνοντας τη γεύση ενός θυμού στα διψασμένα για δικαιοσύνη χείλια μου.

Δεν τόλμησα να τους αποχαιρετήσω, τα μάτια τους δε φίλησα και άπλωσα τα χέρια μου που πάγωναν ολοένα απ’ της απόστασης το πεινασμένο γρύλισμα, για ν’ ακουμπήσω ότι απέμεινε απ’ τις ευχές των φίλων.

Επάνω μου δεν βρήκα τσέπες, τίποτα μαζί μου δεν πήρα κι απ’ όσα αγάπησα μονάχα τ’ όνειρο μου μένει. Του δρόμου τ’ ανεβοκατεβάσματα μου προκαλούν ίλιγγο· το αίμα γλιστρά ανάμεσα στα χέρια μου κι ας μην το θέλησα κι ας άφησα τα μάτια μου να κλείσουν μπροστά σε τόσες άμορφες σκιές που δέναν της πορείας τις κλωστές σε κόμπους άλυτους κάπου κοντά στου λαβυρίνθου μας την ολοκλήρωση.

Ασήμαντη η παρουσία μου, μικρός και άτολμος, μα στ’ όνομα της χάρης τους πνιγμένους βρήκανε πολλούς κι ούτε που ήξερα πως μοιάζει το σφιγμένο τους χαμόγελο που βυθιζότανε εμπρός στων σπλάχνων μου τα μαραμένα νιάτα.

Ποιός θα με περιμένει από δαύτους; Εσύ, φτηνέ, ανύπαρκτε πάψε να μου μιλάς.

Ένιωθα το σώμα μου ολοένα κι ελαφρύτερο και σαν το παντοδύναμο νερό άρχισα να κυλάω στα χρόνια μέχρι της νίκης τη σημαία να τυλίξω με την ορμή που μου προσέδωσε η απώλεια. Να ξεπλυθώ στις θάλασσες ή να ποτίσω τη γη που γέννησε της μάνας τους το πέταγμα και τάισε της ορφανής ψυχής το στόμα;

Αφήνω πίσω το βάρος των ραγισμένων μου κοκάλων κι ότι ετούτη η σάρκα στήριξε έσπρωξα μέσα και βαθιά το φως του ηλίου τους να μην ξαναντικρίσει.

Και δεν φοβούνται πια τον θάνατο γιατί γεννήθηκαν για να πεθάνουν· γυρεύοντάς με μ’ έπλασαν και δεν φοβάμαι πια τον θάνατο γιατί γεννήθηκα για να πεθάνει η ανάσα.

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*