Επιστολή

 

Ε π ι σ τ ο λ ή

 

Κηρύττω φως, αλήθεια μια, αναστενάζοντας και αψηφώντας
της σκοτεινιάς τα μάτια με ορθό το πνεύμα αναμετρώντας.
Ερώτηση καμία, και μια φωνή σιγομιλώντας ταράζει πρόσκαιρα τη δήθεν ηρεμία.
Είστε προετοιμασμένοι; Εκείνος έφτασε.
Πιο δυνατά, παρακαλώ, πιο δυνατά! Ν’ ακούσουμε κι εμείς που οι σειρήνες της ζωής
μας πλήγωσαν τα ώτα και μες τη μάχη θα ορμήξουμε σα λυσσασμένα ζώα.
Εκείνος έφτασε! Έφτασε Εκείνος!
Τα χείλια που φιλούσανε ξύλινα χέρια, τα χέρια που πάγωσαν, αγαπώντας και μεθώντας
έρωτας ήταν, της είπε,
σφύριξε τώρα τον πόνο να διώξεις, μακριά σου να φύγει
μονάχη να μείνεις να τραγουδάς και να σφυρίζεις, παρακαλώντας και περπατώντας.
Μια τρικυμία τρεμοσβήνει μέσα μας, μια γριά γυναίκα προσπερνά,
το πρόσωπό της φώτισε το δρόμο.
Μα δεν ακούς; Εκείνος έφτασε!
Ως πότε θα μιλάς για διχασμούς, έρωτες και προσκυνήματα.
Σφυρίζω τον πόνο μακριά, σε κάνω περήφανο·
χίλια τραγούδια αγάπησα, τραγούδησα και μίσησα,
μέσα σε μαύρα δάση χάθηκα μυρίζοντας φωτιές.
Δεν ξέραμε, ήταν νωρίς για μας και για τους άλλους ήτανε πια πολύ αργά,
μα ελπίζαμε γι’ αυτά τα χθεσινά φαντάσματα που θάψανε την πίστη μας στο μουσκεμένο χώμα,
μας σώσανε, αυτ’ ήτανε η μοίρα μας, να ελπίζουμε, μαζί και χώρια
σε όρη και πελάγη σε γη και ουρανό.
Ελπίζαμε.
Κηρύττω φως, αλήθεια μια, κρυφογελώντας και αψηφώντας
της νύχτας τα φαντάσματα απ’ τη μασχάλη τύλιξα στο σώμα μου γλιστρώντας.
Απάντηση; Πολλές. Καμιά τους δε φοβήθηκα όσο εκείνη που δεν έλαβα ποτές.
Αγγίζω τις ουλές του χρόνου που επάνω στο σκληρό μου δέρμα χάραζε νύχτα μέρα
η εύπλαστη αγνότητα των βιωμάτων που χρόνια σε συντάρασσαν,
μα μη μ’ ακούς υπάρχω ακόμα κι αυτό με κάνει ψεύτη.
Οι φωνές που σβήνονται, μια ευθεία γραμμή τρυπάει τον εγκέφαλό μας και βγαίνει ευθεία·
αγκαλιαστήκαμε μ’ ότι ορκιζόμασταν πως δεν μας λείπει, οι φωνές που δε σβηστήκανε ποτέ.
Τώρα πως να σε ονομάσω; Να σε ξαναβαφτίσω; Της πρώτης επαφής συνένοχος να γίνω.
Τόσα χρόνια κι ακόμα να με βρεις,
το κεφάλι σου στα ύψη της ζωής ν’ ανασηκώνω κι ακόμα να με δεις.
Στα χέρια σου μπλεγμένα της λύπης μου τα κύματα,
σε βάρυναν και πέφτεις, σκοντάφτεις και παραπατάς
κι είμαι εγώ τώρα λοιπόν ο φταίχτης.

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*