Η  πρώτη  ιδέα

 

Η  π ρ ώ τ η  ι δ έ α

 

Μετρημένη απόσταση, συνήθεια κι ένα φτηνό κερί μισοσβησμένο.
Στον περίβολο της νιότης φούντωσε η ανάγκη για το χρώμα το χαμένο.
Περπατώ και κόβω με οργή ότι μου στέρησε το δρόμο.
Είχα υπολογίσει κάθε εκατοστό της ερώτησης που έδενε τις ελεύθερες σκέψεις μου και μου ‘κοβε σκληρά το βήμα.
Ήξερα πως θα μπορούσα πια μ’ ευκολία να την παγιδεύσω μα η αγωνία μου δεν σώπαινε.
Υπέκυψα στο ανώριμο παραμύθι που τύλιγε αργά και τακτικά κομμένα κομμάτια μνήμης, πεταμένα μα προσεκτικά τοποθετημένα κατά την πτώση έτσι ώστε κάθε ένα από αυτά να καλύπτει το τμήμα ελπίδας που είχα αποφασίσει αντίστοιχα να παγιδεύσω.
Εκείνος, συνέχισε να κινείται ευέλικτα ανάμεσα στους λαβυρίνθους του μυαλού μου και να τα σφίγγει τόσο όσο, να μην νιώθω τον πόνο της απώλειας, εθελοτυφλώντας με αγάπη στο άγνωστο κι ένα κεφάλι μουδιασμένο στις αμέτρητες απαιτήσεις τούτης της μουδιασμένης ιστορίας.
Του ζήτησα να κάνει υπομονή με βλέμμα αυστηρότητας, σαν στιγμιαία να κάλυπτα την πελώρια ανάγκη,
μου αποκρίθηκε απαλά με φωνή που χαϊδεύει πως πια δεν είχε χρόνο.
Σαν προδοσία μου ακούστηκε αλλά επέλεξα να μεθύσω την ειλικρίνειά του και ν’ απολαύσω την τιμωρία μου.
Ξανά, στέκομαι αντιμέτωπη με γνώριμα επίγεια δεδομένα κι ένα κουβάρι στη γωνία από ελπίδες και όνειρα μια μισοτελειωμένη δουλειά· τότε ήταν που έλαμψε σαν σπίθα η σωτηρία στιγμή.
Ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει τον αέρα να φυσά με παρόμοιο τρόπο και ξαφνικά όλα ήταν καθαρά διάφανα γυαλιστερά, έτοιμα να τ’ ακουμπήσεις, να νιώσεις τη λιακάδα τους, να τα γλυκοφιλήσεις. Κι απ΄τη φρεσκάδα τους μεθώ και σιγανά τους τραγουδώ. Αν δεν είχα ζήσει μέσα σε τούτη τη φυλακή δεν θα μάθαινα ποτέ να εκτιμώ το χτύπημα του ανέμου στο νωθρό μου πρόσωπο.
Κι όλο από τότε σιγοκαίει.

000

Comment (1)

  1. Γε ώργιος 2 years ago

    Τρομακτική συνεργασία μυαλού και χεριού.. Έχεις αποκτήσει ήδη έναν πιστό ακόλουθο

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*