Μάθαμε πότε βραδιάζει

 

Μ ά θ α μ ε   π ό τ ε   β ρ α δ ι ά ζ ε ι

 

Κανείς δεν τόλμησε ν’ αγγίξει την ώρα.
Ένα σκοτάδι μας φωτίζει τ’ αδιέξοδα
οι αποδείξεις
περιττές
δέσαμε τα λιγοστά μας λόγια
γύρω απ’ τα γαλάζια μάτια σου.
Η μοναξιά της νύχτας μ’ εξουθενώνει
ο δρόμος τρέχει σ’ ένα πνιγμένο άλφα,
στερητικό κι απάνθρωπο
κι ωστόσο ζεις.
Ας είν’ η λύπη αργότερη απ’ τους δείκτες
να γέρνουμε μαζί έστω για δυο φορές μονάχα
μου λες
θυμάμαι
πως να ξεχάσω
μου λες.
Προσποιηθήκαμε, κοιταχτήκαμε
πάνω σε δυο ρυτίδες μας
κρεμάστηκε
η άκρη τ’ ουρανού
το αίμα μας το κάναμε θρησκεία
τα χρόνια κεραυνό ανάμεσα στα στόματά μας
και δεν απόρησαν νωρίς
που γέμισαν τα χείλη μας αηδόνια
πως βρήκαν χώρο να πετούν.
Το κόκκινο μας τελείωσε Αγαπητοί
μείναμε να μας νανουρίζουν
κάτι κλεμμένες ψευδαισθήσεις.
Πώς να στο εξηγήσω πιο απλά;
Eκεί που μάντεψες στοχεύαν
για να κοιμάσαι ήσυχη
μα όχι τα βράδια,
οι προφανείς σκιές δεν τους φοβίζουν
κι είν’ ο Σεπτέμβρης πιο βαρύς απ΄ το καθήκον.
Εσύ μικρή,
άφαντη κι απόψε.
Τώρα σε πείσαν πως τα σύννεφα δεν έχουνε αυτιά για να σ’ ακούν
σου τάξανε λυτρωτικές επαναλήψεις
να παίζουν της ζωής μας τον επίλογο
δάφνες, γαρίφαλα και θάνατος
τώρα σου μάθανε να λείπεις,
εσύ εκεί
τη φλυαρία των χαμένων
να τεμαχίζεις μ’ όνειρα μαχαίρια μπαλτάδες,
– κλείνεις τα βλέφαρα κι ανάβεις το φεγγάρι –
είναι κι αυτός ο ύπνος σου μικρή
λεπίδα κοφτερή
μια σιωπηλή ευθύνη.
Αχ εσύ,
άνοιξ’ τα μάτια σου να δεις
ξάπλωσα μοναχός στα μαρμαρένια σκαλοπάτια
τα κόλλησα στην αρχική τους τη μορφή
(σκέψου, ήδη λησμόνησα ν’ αγγίζω)
τα χόρτα τρεμουλιάζουνε κάτω απ΄ τα πέλματά μου και
συλλογίζομαι
τι άνεμοι φυσούν στα σύνορα που παραδέρνεις
αν θα σε πείραζε που κάψανε το δρόμο μας,
– τ’ αποκαΐδια ενώθηκαν και φτιάξανε σημαίες –
που μπέρδεψα τα χρώματα κι ατίμασα το μαύρο
που τρίζουνε τα μέσα μου απ΄ τη δική σου την κραυγή.
Πως να στο εξηγήσω πιο απλά;
Διασχίζω καμένα μονοπάτια
η ηχώ που σκόρπισε
μακραίνει τα χιλιόμετρα
χαϊδεύει τις ασφάλτους
κι εκεί που είπα δεν μπορεί
δεν κάηκαν τα πάντα
στα τελευταία τσάφ τα οδοφράγματα
καπνίζουν με μανία,
η απουσία που αρνήθηκα να δω
μου καίει τα πνευμόνια.
Θυμίαμα των ουρανών
δανείζομαι να πνίγομαι
από σκοπούς που σκύψαν
αλήθειες χύθηκαν
κι εσύ μικρή
αντί να τις σηκώσεις
σηκώνεις πάλι το φεγγάρι.

 

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*