Να θυμηθώ να μην πεθάνω

Ν α   θ υ μ η θ ώ   ν α   μ η ν   π ε θ ά ν ω

 

 

Τώρα που διασχίζουμε το ξακουστό ταξίδι των παθών
εσύ κι εγώ κι όλοι εκείνοι που δε φάνηκαν ποτέ
θα σε παρακαλούσα να μη μετρήσουμε κι απόψε απουσίες
σ’ αυτό τον τόπο της οργής δε βρέθηκε κανείς να μας αγγίξει χωρίς
τα αίματα στα χέρια κι είναι λιγάκι αργά
ποιος θα μας μάθει να φιλάμε
ο δυνατός ποιος στάθηκε από εμάς
ν΄ ακούσει
πως ξεμακραίνει η σιωπή
την μουσική μιας σιδερένιας λίμνης καθώς πατήματα και χνότα
γράφουν ξεγράφουν και μετρούν
χρησμούς πάνω σε χείλη και παλάμες
λίγα ακόμη βιαστικά ερωτηματικά κι ένα δικό μου πόνο
με τα κενά της μνήμης τι θα κάνουμε;
Χωμένη στα σεντόνια μου μ’ όλα τα χρεωμένα μάτια κρεμασμένα στις κουρτίνες
κι είναι πολλά
γεμίζω τρεις κουβάδες σάλιο κι έναν στάχτη
αν ξεκοιλιάσεις την ανάγκη δεν φαντάζεσαι τι στάζει
αλλά ας μη μιλήσουμε γι’ αυτά δεν θέλω να φοβάσαι
βασανίζω τις φλέβες μου με τόσες προσευχές
χαρίζω στο χελιδόνι του στεφανωμένου παιδιού τα δόντια μου
ψηλάφησα μια εγκοπή στο σύννεφο που κρέμεται επάνω στο μπαλκόνι σου
αν δεν τη βρεις ως τις εννιά
πρέπει να σου μιλήσω
ανοίγω τα μάτια όπως ανοίγουν τα κλουβιά πριν την αυγή και να ‘ναι νύχτα Νοέμβρη
α και να βρέχει
ψάχνω μια γλώσσα σιωπηλή να μεταφράσω
το πως ουρλιάζουνε οι άγνωστοι νεκροί στις πόρτες μας
αντιγράφω κραυγές με το μολύβι σου
θέλω την κορύφωση στην προδοσία
θέλω ν΄ ακουστούμε άνθρωποι
κι ας είναι το αντίτιμα όλες οι μαργαρίτες να κοπούν
είναι σκληρό το ξέρω
ψάχνω μια γλώσσα σιωπηλή να ξεσκεπάσω δρόμους
ως το αέτωμα των στοιβαγμένων μας προσδοκιών
κοίτα, μια τρύπα στην ψυχή θα τις απλώσω εδώ πέρα
σύμφωνοι;
και πως βουλώνουν έτσι απλά τα θαύματα
και τα στήθη μου πλαταίνουν
ας φωνάξει κάποιος επιτέλους βοήθεια
θα το πάρω πάνω μου κι είναι λιγάκι αργά
το φως της απορρύθμισης με ζώνει
ξεκινήματα, όχι άλλα ρήγματα
που κάποτε κάτι θ’ ανθίσει
κάποτε
δεν είναι ώρα τώρα να χαθώ είμαι ολόκληρη σκιά που σκιάζει
ένα δωμάτιο γυμνό ο ήλιος
ένα φιλί ραμμένο στο κρανίο μου
δίχως δόξες, δίχως τα χρώματα τα χθεσινά
της ηλικίας των αποκαλύψεων
των Αγίων ημερών και των γκρεμών
με τα προγονικά φτερά μας
διαλέξαμε προορισμό και γράψαμε σε φίλους και γνωστούς
αντίο
τώρα που φτάσαμε έρποντας στο παιδικό σου το κρεβάτι
πριν στο κατώφλι του την ομορφιά να ξενυχτήσουμε
υπόσχομαι να γράφω μόνο την αλήθεια
κι ας μη μου έμεινε χαρτί τουλάχιστον γι’ απόψε
να σου πω
πόσο μου στοίχισε να θυμηθώ να μην πεθάνω.

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*