Συμφωνία

 

Σ υ μ φ ω ν ί α

 

Κάτι νεκρό μ’ ευχέρεια φώλιασε από νωρίς στα μάτια μου

είναι μικρό και τρυφερό, ξέρει να μ’ αγκαλιάζει

φυσώντας το αύριο ανέστησε το πριν

αποχωρίζεται από πιστούς θνητούς και λατρεμένους τόπους.

Ένα φυλακισμένο σούρουπο, απλώνει γυάλινες ρυτίδες,

σιωπηλό, πάνω στο πρόσωπό μου

όπως οι σκέψεις οι πεζές που σκούπισαν 

τα θρύψαλα του δίκαια τάχα μοιρασμένου ουρανού

έξω απ΄ τα σώματά μας 

-αίματα μετά

κι οι πνεύμονες σπάζουν τον θώρακα

εισπνέω συναντήσεις υγρών πλακόστρωτων

τραυματισμένες λέξεις και δάχτυλα άγνωστων σκιών

δυο καθαρές ουσίες ενώθηκαν,  

να περιστρέφουνε το σίγουρα του χθες σ’ αβέβαιους σωλήνες

πονεμένα μάγουλα, 

μάτια ξεχάσατε το φως, 

γυμνά παιδιά μες τις παλάμες μας φυλάμε καλοκαίρια

κάτι πέτρες ανθισμένες κι ένα φεγγάρι ασχημάτιστο

δραματικά υποκρινόμαστε, είν’ η σκηνή το σπίτι μας 

τα φώτα μας τυφλώνουνε, τ΄ αντέξαμε 

τώρα εκπέμπουνε εντός μας.

Το εισιτήριο που κόψαμε δε μας εξιλεώνει

και πίσω απ’ τις σχισμένες μας κουρτίνες 

έχουν πρεμιέρα όσα στον ουρανό στερήσαμε-

γέμισε γκρίζα σύρματα κι άψυχα πλάσματα η φωλιά μου, 

στάλες βαριές, ψυχρές βουλιάζουν τη μορφή μου, 

μου φτιάχνουν νέο πρόσωπο, ένα που θα σ’ αρέσει.

Τα χρώματα των δρόμων που κάποτε μαζί βαδίσαμε 

άρχισα πάλι να ξεχνώ 

δε βρίσκω λέξεις, τι να σου περιγράψω

το χώμα άγονο και μαύρο 

στέκομαι επάνω του 

σα ναυτικός που δεν ταξίδεψε ποτέ

χαζεύω τα λιμάνια, βαφτίζω τους πνιγμένους

κι η καταιγίδα μου φτωχή για να ποτίσει τις μαραμένες πιθανότητες.

Η αγωνία απαλή λιώνει επάνω μου σαν μια νιφάδα χιόνι ενός ατέλειωτου χειμώνα,

εσύ τον βάσταξες, από τις πρώτες μέρες του Απρίλη, στην ανηφόρα σταθερά

γίναν οι ώμοι σου βουνά, βαθύ φαράγγι ο πόνος.

Εγώ γνωρίζω πια τον τόπο και τον χρόνο, 

κι ενώ υπάρχεις πάντα σαν σκιά

βάζω στα μάτια μου πανιά, 

πιέζω σύμπαντα με των δαχτύλων μου τις άκρες, 

ταξίδι νέο αρχινώ 

εκεί που αφήσαμε να πέσουνε όλοι του φόβου μας οι χτυπημένοι

βουίζουν τώρα ψέματα, τι βάρβαρος ο απολογισμός. 

Τα χελιδόνια πέταξαν χωρίς να πουν αντίο

η λύπη αλλάζει την αφή μου

κι εγώ διακριτικά αποχωρώ

τραντάζοντας τους πόρους του κορμιού μου. 

Εχθές ανάψανε φωτιές και μάζεψα απ’ τη στάχτη τους

καρβουνιασμένα τα κομμάτια που τους κλέψαμε 

κι ας έλεγες πως ήτανε σχεδόν αδύνατο, τα βρήκα

μαζί μ’ εκείνα, μαζεύω κάμποσο κουράγιο 

απελπισμένα τ’ ακουμπώ

κι ένα ασημένιο κρίκο ακούω να μιλά

που κρέμασες δειλά στ’ αριστερό μου χέρι

ν’ ακολουθεί αιώνια τη φλέβα του χειμώνα και να της τραγουδά.

Όλα ξεδιάλυναν πια, 

η επιφάνεια που σκάλιζα μοιάζει με μαύρο χάος 

κι ήταν μονάχη της μια πρόσκληση σε παραμύθι, 

φωτεινό λες μα 

το φως της δεν φτάνει να γυαλίσει κάθε κρυμμένη 

ρεματιά της μαδημένης μου ψυχής

στα γόνατά μου χώμα και πέταλα 

στα μάτια μου νερό

ποιό πόνο να σου πλάσω να φορέσεις φυλαχτό

να σου ξορκίζει τα χαράματα από της γης μας τις χορδές

κι όπως θα πάλλεσαι ακούγοντας του κόσμου το ρυθμό  

σ΄ αδιαπέραστα απ΄ το μυαλό επίπεδα

τ’ ανθάκι σου το κυανό να μην ξαναμαδήσεις.  

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*