Το τρίτο απόγευμα

 

Τ ο  τ ρ ί τ ο  α π ό γ ε υ μ α 

 

Την μεγαλύτερη από τις μέρες του μήνα Αυγούστου, εκείνη που ο ήλιος νόμιζες πως είχε πληρώσει όσο όσο το φεγγάρι για τη μόνιμη απουσία του, μια ακαταμάχητη ανάγκη να μιλήσουμε για κάτι θλιβερό είχε υπερνικήσει τη λογική της καλοκαιρινής ατμόσφαιρας.
Ατενίζοντας το βάθος του ορίζοντα με τα μάτια κλειστά αναρωτήθηκα αν τελικά ο θάνατος ήταν ο μόνος τρόπος να έρθουμε στ’ αλήθεια κοντά έστω για μια στιγμή μονάχα στη δική μας σιωπηλή αιωνιότητα.

Στην αγκαλιά μου νύχτωσ’ η ελπίδα να γεμίσει ολάκερη απ’ τα χρώματα που κρύβονταν στο σεμνό χαμόγελό σου και τ’ ουρανού το δειλινό προσωρινά γεμίζει το κενό σου.
Σαν χίλιες βελόνες πεύκου να τρυπάνε κάθε σημείο του σώματός μου κάθε που ανάσαινα ανέμους που σκόρπιζαν τα άνθη της ματιάς σου.
Πόσα ταξίδια ν’ αρχίσω με σβησμένους φάρους κι ακτές που κόβουν σαν ξυράφι· την προσμονή για μια αρχή που δεν θα ‘ρθει ποτέ στη ρημαγμένη κορυφή του θάρρους.
Κρατούσα όρθια τη στιγμή με καμάρι στο άγριο κύμα κόντρα και πίσω μνήμες, σβησμένα μυστικά κι ένα κλάμα κουμπωμένο σε ένα γυάλινο πιθάρι.
Μέτρησα τις λέξεις σου, τα γράμματα τους, τις παύσεις σου και τις τελείες σου και κάθε μήνυμα που χάραζαν στο πρόσωπο μου με πόνο οι σιωπές.
Με μπουκωμένα τα πνευμόνια μου απ’ τις φωτιές που σήμαιναν την αρχή του τέλους κι αντικριστά ένας καθρέπτης, καρφωμένα δυο μάτια φευγάτα και θολά, την ανεμόσκαλα που τρέμει αρπάζει η δόλια μου καρδιά.
Η απρόσιτη γραμμή λήξης φαντάζει πια αστεία κι η ανταπόκριση της ψυχής μου μεγαλειώδης.
Ποιος φανταζόταν ένα τέλος τόσο απλό, κοινό, καθημερινό σαν ένα χάδι στο κορμί τόσο απαλό, ανεπαίσθητο, σαν ένα ψέμα.
Κι εγώ, με τραβηγμένες όλες τις κουρτίνες πίσω μου, με ανοιχτά τα δώρα και τις απώλειες, με το ‘να χέρι μου κρεμασμένο απ’ της ψυχής το τελευταίο σκαλοπάτι και τ’ άλλο να γνέφει ειρηνικά σαν να μην έμεινε φθαρμένο τίποτε.

Τα λόγια γύρευαν να βρουν ένα λιμάνι και τ’ ουρανού οι αποχρώσεις οι μωβιές οδηγούν ένα σημάδι στην παλάμη σου εκεί που έπρεπε να είν’ από καιρό. Πάψε πια να μιλάς για πράγματα που κανείς δεν ξέρει μα κάνουν την καρδιά να χτυπά γρήγορα και δυνατά. Άλλωστε το βράδυ πλησιάζει κι αυτή τώρα γαληνεύει.

000

Comments (2)

  1. Λοξάνδρα 2 years ago

    Υπέροχο ! Μπράβο για τα μακρινά ταξίδια του νου που μας χαρίζεις !

  2. Giorgio G. 2 years ago

    Επιτέλους ενα διάλειμμα δροσιάς απο τον καύσωνα που διανύουμε ° συνέχισε να μας δροσίζεις το έχουμε ανάγκη!

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*