Τρισάγιον

 

Τ ρ ι σ ά γ ι ο ν

 

Έδωσα μια υπόσχεση που γνώριζα καλά πως ποτέ δεν θα μπορούσα να κρατήσω.
Με μισούσα ενώ την έδινα, με πονούσα που δεν άντεχα να κάνω αλλιώς.
Χθες, ντυμένος μ’ όλη την ασχήμια των καιρών που πάλεψα, ήρθα κρυφά,
σαν κλέφτης, σαν διωγμένος, σαν ξεχασμένος σου νεκρός να στη ζητήσω πίσω.
Ξεκλείδωσα την πόρτα σου κι ενώ δεν έβλεπε κανείς, χιλιάδες μάτια μου πάγωναν το χέρι
με το πικρό τους βλέμμα, μια μυρωδιά από λιβάνι, μια γεύση από στερνά,
ένα μνημόσυνο αναμνήσεων που στήθηκε ερήμην μου ξανά.
Ο αέρας απ’ το σάπιο παραθύρι σου τρυπώνει αποφασιστικά και ψέλνει με τις άτονες κουρτίνες
της αναλήθειας το τρισάγιο, εγώ, ακούω, ποτέ σιωπώ, ποτέ κουνάω τα χείλη σαν ν’ απαγγέλω μαζί τους.
Ποτέ δεν βρήκα τα σωστά λόγια. Θα το θυμάσαι.
Πως μπόρεσες να σφάλλεις;
Ανοίγω τα σκουριασμένα σου συρτάρια, προσεκτικά, μ’ ευλάβεια ψάχνω ότι έχει υπάρξει από εμάς,
να βρω να το φιλήσω, να το σφίξω στα δάχτυλα αυτά που χρόνια ατελείωτα πρόδιδαν και προδώθηκαν,
που μ’ άφησαν ν’ αγγίξω ότι η ψυχή μου ξέρναγε.
Έγιναν όλα ξαφνικά κι από τότε, δεν ξαναείδα άνοιξη.
Τα χελιδόνια που τρέχανε ξοπίσω μας, τ’ ανθισμένα ηλιοτρόπια που ακολούθαγαν το φως σου, τα πορφυρένια κεράσια που σκάγανε στα χείλια σου, οι κάμποι που χαϊδεύανε τα χόρτα τους στο μελανό σου δέρμα κι εγώ της μοίρας δέσμιος, τόσο θνητός, χωμάτινος, να δένω σαν τρελός το σώμα σου, στη γη να σε κρατήσω.
Η φωνή που ψιθυρίζει σε περίμενα απ’ το βάθος ενός υγρού και σκονισμένου δωματίου αποκρίνεται σαν να γνωρίζει από καιρό για την επίσκεψη, τούτη τη στοιχειωμένη μέρα,
αντίκρυ μου ένας φτηνός καθρέπτης και μια αντανάκλαση που ολότελα σου μοιάζει.
Τι φρικτή διαπίστωση.
Προσευχήθηκα να μην υπάρχω, των πεθαμένων οι ευχές δεν φτάνουνε στ’ αυτιά σου.
Δεν θέλησα να περπατάω στη λάσπη μήτε να κουβαλάω βαριά και κρύα αντικείμενα μα των ονείρων σου τις παραισθήσεις έφερες πλάι μας, στου τραπεζιού την άκρη που δέχτηκες την θλίψη μου να κάτσεις και να ποτίσεις ότι νεράκι ξέμεινε απ’ των ματιών το μυστικό σου απόβροχο, Τρίτη παντού τριγύρω βράδυ. Ποτέ πριν δεν είχα δει τους ξύλινους τοίχους για ξύλινους και τα πατώματα που τρίζουν στης φωνής σου το άκουσμα με γλίστρησαν σαν σφαίρα. Σε ποιο δωμάτιο κοίμιζα χρόνια την αγάπη σου, τη γεννημένη στα βάθη του αέρα μεταξύ μας, την πεθαμένη στο πρώτο άγγιγμα, ποιος έζησε στη θέση μου;
Εκεί που μ’ έθαψες φυτρώσαν’ ανεμώνες, σ’ ακολουθάνε κι ας μην το θες, ας μην το θες.

000

Comments (0)

Leave a reply

Your email address will not be published.

*